Κόπωση; Αυτή η διατροφική έλλειψη μπορεί να είναι η αιτία - Τι λέει νέα μελέτη
Νέα επιστημονική έρευνα συνδέει την υψηλή ομοκυστεΐνη με κόπωση στους άνδρες και μειωμένη κινητοποίηση στις γυναίκες.
Μια νέα επιστημονική μελέτη ρίχνει φως σε μια πιθανή βιολογική σύνδεση ανάμεσα σε ένα μόριο του αίματος που σχετίζεται με τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β και στην κόπωση και τη μείωση της κινητοποίησης στην καθημερινή ζωή. Οι ερευνητές εξέτασαν την ομοκυστεΐνη, μια ουσία που παράγεται φυσιολογικά στον οργανισμό και συνδέεται στενά με τα επίπεδα βιταμίνης Β12 και φυλλικού οξέος, προσπαθώντας να δουν αν σχετίζεται με το πώς οι άνθρωποι νιώθουν σωματική κόπωση και έλλειψη κινήτρου.
Πώς μετρήθηκε η κόπωση και τι εξέτασαν οι επιστήμονες
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 602 υγιείς ενήλικες που συμμετείχαν σε πρόγραμμα προληπτικής υγείας στην Ιαπωνία. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε αιματολογικές εξετάσεις και συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για την κόπωση, την ενέργεια και τον τρόπο ζωής τους. Η ομοκυστεΐνη μετρήθηκε στο πλάσμα του αίματος και οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τα επίπεδά της. Παράλληλα αξιολογήθηκαν βασικές βιταμίνες όπως η Β12 και το φυλλικό οξύ, καθώς και παράγοντες όπως ο ύπνος, η άσκηση, οι ώρες εργασίας και η διατροφή. Για την κόπωση χρησιμοποιήθηκαν καθιερωμένες κλίμακες, ενώ η κινητοποίηση μετρήθηκε με οπτική κλίμακα αυτοαξιολόγησης.
Τι δείχνουν τα επίπεδα ομοκυστεΐνης ανά φύλο
Στα αποτελέσματα, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι όσο υψηλότερα ήταν τα επίπεδα ομοκυστεΐνης, τόσο χαμηλότερα ήταν τα επίπεδα βιταμίνης Β12 και φυλλικού οξέος, κάτι που επιβεβαιώνει τη γνωστή βιολογική σχέση τους. Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα παρατήρηση αφορά τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Στους άνδρες, τα υψηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης συνδέθηκαν με μεγαλύτερη σωματική κόπωση. Αντίθετα, στις γυναίκες, τα υψηλότερα επίπεδα σχετίστηκαν με χαμηλότερη κινητοποίηση, δηλαδή μειωμένη διάθεση για δράση και πρωτοβουλία. Όταν όμως η ομοκυστεΐνη εξετάστηκε ως συνεχής αριθμητική τιμή και όχι σε ομάδες, οι σχέσεις αυτές δεν ήταν πάντα στατιστικά ισχυρές, γεγονός που δείχνει ότι η εικόνα δεν είναι απλή και πιθανώς δεν υπάρχει μια γραμμική σχέση.
Η μελέτη προσπάθησε επίσης να ξεχωρίσει την επίδραση της ομοκυστεΐνης από άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την κόπωση, όπως ο ύπνος, το στρες, η σωματική άσκηση και ο χρόνος εργασίας. Ακόμη και αφού λήφθηκαν υπόψη αυτοί οι παράγοντες, οι συσχετίσεις παρέμειναν σε κάποιο βαθμό, κυρίως όταν η ομοκυστεΐνη εξετάστηκε σε κατηγορίες χαμηλού, μεσαίου και υψηλού επιπέδου. Οι ερευνητές δεν βρήκαν όμως άμεση σχέση ανάμεσα στις βιταμίνες Β12 ή φυλλικού οξέος και την κόπωση από μόνες τους, κάτι που υποδηλώνει ότι η ομοκυστεΐνη ίσως λειτουργεί ως πιο σύνθετος δείκτης μεταβολικής ισορροπίας.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για τη διατροφή και την ενέργεια στην καθημερινότητα
Σε βιολογικό επίπεδο, οι επιστήμονες εξηγούν ότι η ομοκυστεΐνη εμπλέκεται σε διαδικασίες που σχετίζονται με τη λειτουργία του εγκεφάλου και την παραγωγή ουσιών όπως ντοπαμίνης και σεροτονίνης, οι οποίες επηρεάζουν τη διάθεση, την ενέργεια και την κινητοποίηση. Έτσι, θεωρητικά, υψηλότερα επίπεδα της ουσίας αυτής θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον τρόπο που ο εγκέφαλος ρυθμίζει την αίσθηση κόπωσης και το κίνητρο για δράση. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση, αλλά μόνο συσχετίσεις, κάτι που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η ομοκυστεΐνη προκαλεί τα συμπτώματα αυτά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαφορά ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Οι ερευνητές θεωρούν ότι ορμονικοί παράγοντες μπορεί να παίζουν ρόλο, καθώς τα οιστρογόνα φαίνεται να επηρεάζουν τον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης αλλά και τα συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή και την κινητοποίηση. Επιπλέον, η μελέτη δείχνει ότι οι βιοδείκτες κόπωσης δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους, κάτι που καθιστά πιο δύσκολη την ερμηνεία τέτοιων συμπτωμάτων σε επίπεδο πληθυσμού.
Συνολικά, οι ερευνητές καταλήγουν ότι η ομοκυστεΐνη μπορεί να αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη για την κατανόηση της κόπωσης και της μειωμένης κινητοποίησης, αλλά τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά. Η μελέτη αποτυπώνει μια χρονική στιγμή και όχι την πορεία στο χρόνο, οπότε δεν μπορεί να δείξει τι προηγείται και τι ακολουθεί. Χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες έρευνες για να διαπιστωθεί αν η μείωση της ομοκυστεΐνης – για παράδειγμα μέσω διατροφής ή συμπληρωμάτων – μπορεί πραγματικά να βελτιώσει την ενέργεια και τη διάθεση.